ἑρματίτης

ἑρμᾰτ-ίτης [pron. full] [ῑ], ου, ,
A serving as ballast,

πέτρος Lyc.618

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερματίτης — ἑρματίτης, ὁ (Α) [έρμα] αυτός που χρησιμεύει ως έρμα στα πλοία …   Dictionary of Greek

  • ἑρματίτης — ἑρματί̱της , ἑρματίτης serving as ballast masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έρμα — το (AM ἕρμα) πρόσθετο βάρος το οποίο τοποθετείται στο κύτος πλοίου ή λέμβου για να αυξήσει την ευστάθειά τους, η σαβούρα νεοελλ. 1. πρόσθετο βάρος, το οποίο τοποθετείται στη λέμβο αερόστατου, για να ρυθμίζεται η ανύψωσή του 2. στρώμα από σκύρα,… …   Dictionary of Greek

  • ἑρματίτην — ἑρματί̱την , ἑρματίτης serving as ballast masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.